Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Philippine
01
Φιλιππινέζικα, Ταγκαλόγκ
official language of the Philippines; based on Tagalog; draws its lexicon from other Philippine languages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
philippine
01
φιλιππινέζικος
of or relating to or characteristic of the Philippines or its people or customs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























