philanthropy
phi
φι
lanth
ˈlænθ
λαινθ
ro
ρα
py
pi
πι
/fɪlˈænθɹəpi/

Ορισμός και σημασία του "philanthropy"στα αγγλικά

01

φιλανθρωπία

the activity of helping people, particularly financially
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His philanthropy helped countless families.
Η φιλανθρωπία του βοήθησε αμέτρητες οικογένειες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store