philanthropy
phi
φι
lanth
ˈlænθ
λαινθ
ro
ρα
py
pi
πι
lycanthropymisanthropy

Ορισμός και σημασία του "philanthropy"στα αγγλικά

01

φιλανθρωπία

the activity of helping people, particularly financially 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her philanthropy funded new schools. 

Η φιλανθρωπία της χρηματοδότησε νέα σχολεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store