Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Philanthropist
01
φιλάνθρωπος, ευεργέτης
a wealthy person, often a celibrity, who donates money and puts time and effort in order to help make life better for other people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
philanthropists
Παραδείγματα
A true philanthropist sees wealth as a tool for social good.
Ένας αληθινός φιλάνθρωπος βλέπει τον πλούτο ως εργαλείο για κοινωνικό καλό.
Λεξικό Δέντρο
philanthropist
philanthrop



























