phantasmal
Pronunciation
/fˈæntæzməl/

Ορισμός και σημασία του "phantasmal"στα αγγλικά

phantasmal
01

φαντασματικός, σπεκτρικός

relating to or resembling a phantom or ghost
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most phantasmal
συγκριτικός βαθμός
more phantasmal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ghostly lights in the forest gave the scene a phantasmal and mystical atmosphere.
Τα φαντασματικά φώτα στο δάσος έδωσαν στη σκηνή μια φαντασματική και μυστηριακή ατμόσφαιρα.
02

φαντασματικός, εικονικός

appearing real but existing only in the mind
Παραδείγματα
The castle ’s ruins had a phantasmal presence at night.
Τα ερείπια του κάστρου είχαν μια φαντασμαγορική παρουσία τη νύχτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store