phantasmal
phan
fæn
fān
tas
ˈtæz
tāz
mal
məl
mēl

Ορισμός και σημασία του "phantasmal"στα αγγλικά

phantasmal
01

φαντασματικός, σπεκτρικός

relating to or resembling a phantom or ghost 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most phantasmal
συγκριτικός βαθμός
more phantasmal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The phantasmal fog that rolled over the moor made the landscape look eerie and unreal. 

Η φαντασματική ομίχλη που κυλούσε πάνω από τον βάλτο έκανε το τοπίο να φαίνεται ανατριχιαστικό και μη πραγματικό.

02

φαντασματικός, εικονικός

appearing real but existing only in the mind 
Παραδείγματα
The desert heat created phantasmal mirages. 

Η ζέστη της ερήμου δημιούργησε φαντασμαγορικές αντικατοπτρίσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store