Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
petulantly
01
πεισματικά, με παιδιάστικο τρόπο
in a way that shows sudden irritation or childish annoyance, especially over something minor
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He petulantly crossed his arms and looked away.
Πεισματικά, διέστασε τα χέρια του και κοιτάχτηκε αλλού.



























