petite
pe
tite
ˈti:t
tit

Ορισμός και σημασία του "petite"στα αγγλικά

01

μικροκαμωμένη, λεπτή

(of a woman) small in an attractive way 
petite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most petite
συγκριτικός βαθμός
more petite
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had a petite frame, with delicate features and slender limbs. 

Είχε ένα μικροσκοπικό πλαίσιο, με λεπτά χαρακτηριστικά και λεπτά άκρα.

01

petite

the clothing designed for women who are 5'3" (160 cm) or shorter 
petite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
petites
Παραδείγματα
The boutique offers a great selection of petites for those who are shorter. 

Το μπουτίκ προσφέρει μια εξαιρετική επιλογή petite για όσες είναι πιο κοντές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store