Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pervasive
01
διαπεραστικός, εξαπλωμένος
spreading widely or throughout a particular area or group
Παραδείγματα
Insects are a pervasive presence in tropical rainforests, occupying every niche of the ecosystem.
Τα έντομα είναι μια διαπεραστική παρουσία στα τροπικά δάση, καταλαμβάνοντας κάθε θέση του οικοσυστήματος.
Λεξικό Δέντρο
pervasively
pervasiveness
pervasive
perva



























