Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perturbed
01
ανήσυχος, ταραγμένος
feeling anxious, unsettled, or disturbed by something
Παραδείγματα
The dog became perturbed when strangers entered the house.
Ο σκύλος αναστατώθηκε όταν μπήκαν αγνώστοι στο σπίτι.
Λεξικό Δέντρο
unperturbed
perturbed
perturb



























