perturbed
Pronunciation
/pɝˈtɝbd/

Ορισμός και σημασία του "perturbed"στα αγγλικά

01

ανήσυχος, ταραγμένος

feeling anxious, unsettled, or disturbed by something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perturbed
συγκριτικός βαθμός
more perturbed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dog became perturbed when strangers entered the house.
Ο σκύλος αναστατώθηκε όταν μπήκαν αγνώστοι στο σπίτι.

Λεξικό Δέντρο

unperturbed
perturbed
perturb
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store