perturbed
per
turbed
ˈtɜ:bd
tēbd
disturbeduncurbedundisturbed

Ορισμός και σημασία του "perturbed"στα αγγλικά

01

ανήσυχος, ταραγμένος

feeling anxious, unsettled, or disturbed by something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perturbed
συγκριτικός βαθμός
more perturbed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His perturbed expression revealed his discomfort with the situation. 

Η ταραγμένη έκφρασή του αποκάλυψε τη δυσφορία του με την κατάσταση.

Λεξικό Δέντρο

unperturbed
perturbed
perturb
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store