Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
permissively
01
επιεικώς, με επιεική τρόπο
in a way that allows or tolerates normally restricted behavior
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The teacher permissively allowed the students to choose their own exam topics.
Ο δάσκαλος επιεικώς επέτρεψε στους μαθητές να επιλέξουν τα δικά τους θέματα εξετάσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
permissively
permissive
permit



























