Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
permissively
01
επιεικώς, με επιεική τρόπο
in a way that allows or tolerates normally restricted behavior
Παραδείγματα
Some critics argue that the film treats violence too permissively.
Μερικοί κριτικοί υποστηρίζουν ότι η ταινία αντιμετωπίζει την βία πολύ επιεικώς.
Λεξικό Δέντρο
permissively
permissive
permit



























