Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perks
Παραδείγματα
The perks of the internship include free access to professional development courses and networking events.
Τα πλεονεκτήματα της πρακτικής άσκησης περιλαμβάνουν δωρεάν πρόσβαση σε σεμινάρια επαγγελματικής ανάπτυξης και εκδηλώσεις δικτύωσης.
to perk
01
περκολάρω, φιλτράρω
(of coffee or similar liquids) to be brewed in a percolator
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perk
γ΄ ενικό πρόσωπο
perks
ενεστώτα μετοχή
perking
απλός αόριστος
perked
παθητική μετοχή
perked
Παραδείγματα
They watched the coffee perk until it reached the right strength.
Παρακολούθησαν τον καφέ να στραγγίζεται μέχρι να φτάσει στη σωστή ισχύ.
Λεξικό Δέντρο
perky
perk



























