perk
perk
pɜ:k
pēk
perak

Ορισμός και σημασία του "perk"στα αγγλικά

01

πλεονέκτημα, προνόμιο

an extra benefit that one receives in addition to one's salary due to one's job 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perks
Παραδείγματα
One of the best perks of working at the tech company is the free gym membership. 

Ένα από τα καλύτερα πλεονεκτήματα της εργασίας στην τεχνολογική εταιρεία είναι η δωρεάν συμμετοχή στο γυμναστήριο.

to perk
01

περκολάρω, φιλτράρω

(of coffee or similar liquids) to be brewed in a percolator 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perk
γ΄ ενικό πρόσωπο
perks
ενεστώτα μετοχή
perking
απλός αόριστος
perked
παθητική μετοχή
perked
Παραδείγματα
The coffee was perking on the stove while we got ready for breakfast. 

Ο καφές ετοιμαζόταν στη σόμπα ενώ εμείς ετοιμαζόμασταν για το πρωινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store