peripheral
pe
ri
ˈrɪ
ri
phe
ral
rəl
rēl
peripteral

Ορισμός και σημασία του "peripheral"στα αγγλικά

peripheral
01

περιφερειακός, οριακός

relating or belonging to the edge or outer section of something 

marginal

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most peripheral
συγκριτικός βαθμός
more peripheral
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The peripheral vision allows us to detect movement on the sides without directly looking at it. 

Η περιφερειακή όραση μας επιτρέπει να ανιχνεύουμε κίνηση στα πλάγια χωρίς να την κοιτάμε απευθείας.

02

περιφερειακός, δευτερεύων

not central or of primary importance 
Παραδείγματα
The details mentioned in the peripheral sections of the report are supplementary and not critical to the main findings. 

Οι λεπτομέρειες που αναφέρονται στις περιφερειακές ενότητες της έκθεσης είναι συμπληρωματικές και όχι κρίσιμες για τα κύρια ευρήματα.

01

περιφερειακή συσκευή, εξωτερική συσκευή

a piece of electronic equipment that is connected to and works with a computer but is not part of its central processing unit 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peripherals
Παραδείγματα
The printer is a common peripheral connected to most office computers. 

Ο εκτυπωτής είναι μια κοινή περιφερειακή συσκευή που συνδέεται με τους περισσότερους υπολογιστές γραφείου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store