Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peripheral
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most peripheral
συγκριτικός βαθμός
more peripheral
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The peripheral vision allows us to detect movement on the sides without directly looking at it.
Η περιφερειακή όραση μας επιτρέπει να ανιχνεύουμε κίνηση στα πλάγια χωρίς να την κοιτάμε απευθείας.
02
περιφερειακός, δευτερεύων
not central or of primary importance
Παραδείγματα
The details mentioned in the peripheral sections of the report are supplementary and not critical to the main findings.
Οι λεπτομέρειες που αναφέρονται στις περιφερειακές ενότητες της έκθεσης είναι συμπληρωματικές και όχι κρίσιμες για τα κύρια ευρήματα.
Peripheral
01
περιφερειακή συσκευή, εξωτερική συσκευή
a piece of electronic equipment that is connected to and works with a computer but is not part of its central processing unit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peripherals
Παραδείγματα
The printer is a common peripheral connected to most office computers.
Ο εκτυπωτής είναι μια κοινή περιφερειακή συσκευή που συνδέεται με τους περισσότερους υπολογιστές γραφείου.
Λεξικό Δέντρο
peripherally
peripheral
periphe



























