Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peripherally
01
περιφερειακά, δευτερευόντως
in a manner that is not very important or closely connected when compared to other things
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The issue was discussed in the meeting, but only peripherally, with the main focus on budget concerns.
Το θέμα συζητήθηκε στη συνάντηση, αλλά μόνο περιφερειακά, με την κύρια εστίαση στις ανησυχίες για τον προϋπολογισμό.
Λεξικό Δέντρο
peripherally
peripheral
periphe



























