periodical
Pronunciation
/ˌpɪriˈɑdɪkəl/

Ορισμός και σημασία του "periodical"στα αγγλικά

01

περιοδικό

a publication, especially about a technical subject, that is produced regularly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
periodicals
Παραδείγματα
The editor-in-chief oversees the production schedule for the periodical, ensuring timely publication of each edition.
Ο αρχισυντάκτης επιβλέπει το χρονοδιάγραμμα παραγωγής του περιοδικού, διασφαλίζοντας την έγκαιρη δημοσίευση κάθε έκδοσης.
periodical
01

περιοδικός, τακτικός

occurring at regular intervals or with a set frequency
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They perform periodical maintenance on the equipment to ensure it runs smoothly.
Πραγματοποιούν περιοδική συντήρηση στον εξοπλισμό για να διασφαλίσουν ότι λειτουργεί ομαλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store