perimeter
pe
ri
ˈrɪ
ri
me
mi
ter
pelvimeterpedometer

Ορισμός και σημασία του "perimeter"στα αγγλικά

01

περίμετρος

the total length of the external boundary of something 
perimeter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perimeters
Παραδείγματα
The geometry student calculated the perimeter of the rectangular garden to determine how much fencing would be needed. 

Ο μαθητής γεωμετρίας υπολόγισε την περίμετρο του ορθογώνιου κήπου για να καθορίσει πόση περίφραξη θα χρειαζόταν.

02

περίμετρος, άκρη

the margins at the outer edge of an area 
perimeter definition and meaning
Παραδείγματα
Security personnel were stationed at the perimeter of the concert venue to control the crowd and prevent any disturbances. 

Το προσωπικό ασφαλείας ήταν τοποθετημένο στην περίμετρο του χώρου του συναυλίας για να ελέγχει το πλήθος και να αποτρέπει οποιεσδήποτε διαταραχές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store