Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perilously
01
επικίνδυνα, ριψοκίνδυνα
in a way that is full of danger or risk
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The bridge swayed perilously in the strong wind, causing concern among pedestrians.
Η γέφυρα κουνιόταν επικίνδυνα στον δυνατό άνεμο, προκαλώντας ανησυχία στους πεζούς.
Λεξικό Δέντρο
perilously
perilous
peril



























