Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perfunctory
01
επιφανειακός, τυπικός
done quickly and with minimal effort or care
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perfunctory
συγκριτικός βαθμός
more perfunctory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He gave a perfunctory nod and walked away.
Έκανε μια βιαστική νεύση και έφυγε.
Λεξικό Δέντρο
perfunctorily
perfunctory
perfunctor



























