Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perfunctory
01
επιφανειακός, τυπικός
done quickly and with minimal effort or care
Παραδείγματα
His perfunctory response showed he had n't read the email.
Η επιπόλαιη απάντησή του έδειξε ότι δεν είχε διαβάσει το email.
Λεξικό Δέντρο
perfunctorily
perfunctory
perfunctor



























