perfunctory
per
func
ˈfʌnk
fank
to
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "perfunctory"στα αγγλικά

perfunctory
01

επιφανειακός, τυπικός

done quickly and with minimal effort or care 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perfunctory
συγκριτικός βαθμός
more perfunctory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He gave a perfunctory nod and walked away. 

Έκανε μια βιαστική νεύση και έφυγε.

Λεξικό Δέντρο

perfunctorily
perfunctory
perfunctor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store