perfumery
per
fu
ˈfju:
fyoo
me
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "perfumery"στα αγγλικά

01

τεχνολογία αρωμάτων

the art of making perfumes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perfumeries
02

αρωματοπωλείο, εργοστάσιο αρωμάτων

an establishment where perfumes are made 
03

αρωματοπωλείο

store where perfumes are sold 
04

αρωματοπωλείο

all perfume products 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store