Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perfumery
01
τεχνολογία αρωμάτων
the art of making perfumes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
perfumeries
02
αρωματοπωλείο, εργοστάσιο αρωμάτων
an establishment where perfumes are made
03
αρωματοπωλείο
store where perfumes are sold
04
αρωματοπωλείο
all perfume products
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
perfumery
perfume



























