Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perfume
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perfumes
Παραδείγματα
The store offered a wide variety of perfumes, from floral to fruity scents.
Το κατάστημα προσέφερε μια μεγάλη ποικιλία από αρώματα, από λουλουδιστές έως φρουτώδεις μυρωδιές.
02
άρωμα
a distinctive odor that is pleasant
to perfume
01
αρωματίζω, εφαρμόζω άρωμα
apply perfume to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perfume
γ΄ ενικό πρόσωπο
perfumes
ενεστώτα μετοχή
perfuming
απλός αόριστος
perfumed
παθητική μετοχή
perfumed
02
αρωματίζω, διαποτίζω με μια μυρωδιά
fill or impregnate with an odor
Λεξικό Δέντρο
perfumery
perfume



























