perfume
Pronunciation
/ˈpɝːˌfjuːm/
/ˈpɜːˌfjuːm/

Ορισμός και σημασία του "perfume"στα αγγλικά

01

άρωμα

‌a liquid, typically made from flowers, that has a pleasant smell
perfume definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perfumes
Παραδείγματα
The store offered a wide variety of perfumes, from floral to fruity scents.
Το κατάστημα προσέφερε μια μεγάλη ποικιλία από αρώματα, από λουλουδιστές έως φρουτώδεις μυρωδιές.
02

άρωμα

a distinctive odor that is pleasant
to perfume
01

αρωματίζω, εφαρμόζω άρωμα

apply perfume to
to perfume definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perfume
γ΄ ενικό πρόσωπο
perfumes
ενεστώτα μετοχή
perfuming
απλός αόριστος
perfumed
παθητική μετοχή
perfumed
02

αρωματίζω, διαποτίζω με μια μυρωδιά

fill or impregnate with an odor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store