Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perfume
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
perfumes
Παραδείγματα
He bought a new bottle of his favorite perfume as a gift for his girlfriend.
Αγόρασε ένα νέο μπουκάλι του αγαπημένου του αρώματος ως δώρο για την κοπέλα του.
02
άρωμα
a distinctive odor that is pleasant
to perfume
01
αρωματίζω, εφαρμόζω άρωμα
apply perfume to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perfume
γ΄ ενικό πρόσωπο
perfumes
ενεστώτα μετοχή
perfuming
απλός αόριστος
perfumed
παθητική μετοχή
perfumed
02
αρωματίζω, διαποτίζω με μια μυρωδιά
fill or impregnate with an odor
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
perfumery
perfume



























