Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pensive
01
σκεπτικός, βαθυστόχαστος
engaged in deep or serious thought
Παραδείγματα
She often grew pensive during walks in nature, finding solace in quiet contemplation.
Συχνά γινόταν σκεπτική κατά τις βόλτες της στη φύση, βρίσκοντας παρηγοριά στην ήσυχη στοχασμό.
02
σκεπτικός, μελαγχολικός
reflective and thoughtful, often with a hint of melancholy and sadness
Παραδείγματα
During the meeting, he wore a pensive look, clearly absorbed in contemplating the complex issues at hand.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, είχε μια σκεπτική έκφραση, προφανώς απορροφημένος στην εξέταση των πολύπλοκων θεμάτων.
Λεξικό Δέντρο
pensively
pensiveness
pensive



























