Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pension off
01
συνταξιοδοτώ, προωρώ σε σύνταξη
to force one's employee to retire or leave work and give them a payment
Παραδείγματα
The military often pensions off soldiers who have reached a certain age or sustained injuries, ensuring they receive ongoing support.
Ο στρατός συχνά συνταξιοδοτεί στρατιώτες που έχουν φτάσει σε μια συγκεκριμένη ηλικία ή έχουν υποστεί τραυματισμούς, διασφαλίζοντας ότι λαμβάνουν συνεχή υποστήριξη.



























