Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pension off
01
συνταξιοδοτώ, προωρώ σε σύνταξη
to force one's employee to retire or leave work and give them a payment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
pension
ενεστώτας
pension off
γ΄ ενικό πρόσωπο
pensions off
ενεστώτα μετοχή
pensioning off
απλός αόριστος
pensioned off
παθητική μετοχή
pensioned off
Παραδείγματα
After thirty years of dedicated service, the company decided to pension off several of its senior employees, allowing them to retire comfortably.
Μετά από τριάντα χρόνια αφοσιωμένης υπηρεσίας, η εταιρεία αποφάσισε να συνταξιοδοτήσει αρκετούς από τους ανώτερους υπαλλήλους της, επιτρέποντάς τους να συνταξιοδοτηθούν άνετα.



























