penne
pe
ˈpɛ
πε
nne
ni
νι
benneagainwreninguen

Ορισμός και σημασία του "penne"στα αγγλικά

01

πέννε, ζυμαρικά πέννε

a tube-shaped pasta with diagonal ends 
penne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
penne
Παραδείγματα
The curved ends of penne make it easy to spear with a fork, ideal for pasta salads. 

Τα κυρτά άκρα των penne τα καθιστούν εύκολα να τρυπηθούν με πιρούνι, ιδανικά για σαλάτες ζυμαρικών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store