Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
penetrative
01
διαπεραστικός, οξυδερκής
having the ability to deeply understand or analyze something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most penetrative
συγκριτικός βαθμός
more penetrative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her penetrative observations of the artwork revealed its hidden meanings.
Οι διεισδυτικές παρατηρήσεις της για το έργο τέχνης αποκάλυψαν τις κρυμμένες του σημασίες.
02
διεισδυτικός, διαπεραστικός
tending to penetrate; having the power of entering or piercing
Λεξικό Δέντρο
penetratively
penetrative
penetrate
penetr



























