penetrative
pe
ˈpɛ
pe
net
nɪt
nit
ra
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "penetrative"στα αγγλικά

penetrative
01

διαπεραστικός, οξυδερκής

having the ability to deeply understand or analyze something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most penetrative
συγκριτικός βαθμός
more penetrative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her penetrative observations of the artwork revealed its hidden meanings. 

Οι διεισδυτικές παρατηρήσεις της για το έργο τέχνης αποκάλυψαν τις κρυμμένες του σημασίες.

02

διεισδυτικός, διαπεραστικός

tending to penetrate; having the power of entering or piercing 

Λεξικό Δέντρο

penetratively
penetrative
penetrate
penetr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store