Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pending
01
εκκρεμής, σε αναμονή
awaiting a decision, resolution, or completion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The approval of the project is pending final review.
Η έγκριση του έργου εκκρεμεί για την τελική αναθεώρηση.
02
εκκρεμής, σε αναμονή
expected to happen soon
Παραδείγματα
The pending approval of the budget will determine the project's next steps.
Η εκκρεμής έγκριση του προϋπολογισμού θα καθορίσει τα επόμενα βήματα του έργου.
pending
01
εκκρεμεί, σε αναμονή
used to indicate that someone or something is waiting for or dependent on another event, decision, or action
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The project is on hold, pending further instructions from the client.
Το έργο είναι σε αναμονή, εκκρεμεί περαιτέρω οδηγίες από τον πελάτη.
Λεξικό Δέντρο
impending
pending
pend



























