penchant
pen
pɛn
pen
chant
ʧɑ:nt
chaant
trenchant

Ορισμός και σημασία του "penchant"στα αγγλικά

01

ροπή

a strong tendency to do something or a fondness for something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
penchants
Παραδείγματα
She has a penchant for making people laugh. 

Έχει μια ροπή στο να κάνει τους ανθρώπους να γελούν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store