penchant
Pronunciation
/ˈpɛntʃənt/

Ορισμός και σημασία του "penchant"στα αγγλικά

01

ροπή

a strong tendency to do something or a fondness for something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
penchants
Παραδείγματα
He has a penchant for wearing bright colors.
Έχει μια ροπή να φοράει έντονα χρώματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store