Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Penchant
01
ροπή
a strong tendency to do something or a fondness for something
Παραδείγματα
He has a penchant for wearing bright colors.
Έχει μια ροπή να φοράει έντονα χρώματα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ροπή