peeve
peeve
piv
πιβ
/pˈiːv/

Ορισμός και σημασία του "peeve"στα αγγλικά

to peeve
01

ενοχλώ, εξοργίζω

to irritate someone, typically with a minor or petty matter
Transitive: to peeve sb
to peeve definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peeve
γ΄ ενικό πρόσωπο
peeves
ενεστώτα μετοχή
peeving
απλός αόριστος
peeved
παθητική μετοχή
peeved
Παραδείγματα
The persistent gossiping has peeved her.
Οι συνεχείς κουτσομπολιές την ενοχλούν.
01

ενόχληση, εκνευρισμός

an annoyed or irritated mood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peeves

Λεξικό Δέντρο

peeved
peeve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store