Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peeve
01
ενοχλώ, εξοργίζω
to irritate someone, typically with a minor or petty matter
Transitive: to peeve sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peeve
γ΄ ενικό πρόσωπο
peeves
ενεστώτα μετοχή
peeving
απλός αόριστος
peeved
παθητική μετοχή
peeved
Παραδείγματα
The persistent gossiping has peeved her.
Οι συνεχείς κουτσομπολιές την ενοχλούν.
Peeve
01
ενόχληση, εκνευρισμός
an annoyed or irritated mood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peeves
Λεξικό Δέντρο
peeved
peeve



























