peeing
peeing
pi:ɪng
piing
peeling

Ορισμός και σημασία του "peeing"στα αγγλικά

01

κατούρημα, ουρήθρα

an informal term for the act of urinating 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peeing
Παραδείγματα
The toddler was proud of peeing in the potty for the first time. 

Το νήπιο ήταν περήφανο που κάτουσε για πρώτη φορά στην πινακίδα.

Λεξικό Δέντρο

peeing
pee
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store