pectoral
pec
ˈpɛk
πεκ
to
τα
ral
rəl
ραλ

Ορισμός και σημασία του "pectoral"στα αγγλικά

01

θωρακικός μυς, πεκτοράλ

either of two large muscles of the chest 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pectorals
02

στηθόδεσμη, στολισμός στήθους

an adornment worn on the chest or breast 
01

θωρακικός, πεκτοραλικός

relating to the muscles of chest 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, medicine, biology

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store