peccable
pe
ˈpɛ
pe
ccable
kəbl
kēbl
uncheckable

Ορισμός και σημασία του "peccable"στα αγγλικά

01

ελαττωματικός, αμαρτωλός

having the capability or tendency to err, sin or display weaknesses due to imperfect human nature 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most peccable
συγκριτικός βαθμός
more peccable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, theology, humanity
Παραδείγματα
Theologians argued humans are peccable creatures needing forgiveness and redemption. 

Οι θεολόγοι υποστήριζαν ότι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλά πλάσματα που χρειάζονται συγχώρεση και λύτρωση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impeccable
peccable
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store