pebble
pe
ˈpɛ
pe
bble
bəl
bēl
pibble

Ορισμός και σημασία του "pebble"στα αγγλικά

01

βότσαλο, χαλίκι

a small, smooth stone often found on beaches or riverbeds 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pebbles
Παραδείγματα
He skipped a pebble across the surface of the lake. 

Έριξε ένα βότσαλο στην επιφάνεια της λίμνης.

Λεξικό Δέντρο

pebbly
pebble
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store