pearly
pear
ˈpɜ:
ly
li
li
peary

Ορισμός και σημασία του "pearly"στα αγγλικά

01

μαργαριταρένιος, περιλαμπής

informal terms for a human `tooth' 
pearly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pearlies
01

μαργαριταρένιος, περιλαμπής

having a shiny, white or light-colored surface similar to that of a pearl 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pearliest
συγκριτικός βαθμός
pearlier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, color, texture

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store