pearl
pearl
pɜ:l
pēl
purl

Ορισμός και σημασία του "pearl"στα αγγλικά

01

μαργαριτάρι, μαργαριτοφόρο οστρακόδερμο

a hard shiny piece of mass that is shaped like a ball inside the shell of an oyster and is a highly valuable gem 
pearl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pearls
Παραδείγματα
She wore a stunning necklace made of perfectly round, lustrous pearls that glimmered in the light. 

Φορούσε ένα εντυπωσιακό κολιέ φτιαγμένο από τέλεια στρογγυλεμένες, γυαλιστερές μαργαριτάρια που λάμπε στο φως.

1.1

μαργαριτάρι, σταγονίδιο μαργαριταριού

a small, spherical shape resembling the form of a pearl 
pearl definition and meaning
Παραδείγματα
Dewdrops formed tiny pearls on the grass. 

Οι σταγόνες δρόσου σχημάτισαν μικροσκοπικά μαργαριτάρια στο γρασίδι.

01

μαργαριταρένιος, πετραχιλικός

of a shiny, light-colored shade, like the color of a pearl or something shiny and elegant 
pearl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pearliest
συγκριτικός βαθμός
pearlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The living room walls were painted in a light and airy pearl color. 

Οι τοίχοι του καθιστικού ήταν βαμμένοι σε ένα ανοιχτό και ευάερο μαργαριτάρενιο χρώμα.

to pearl
01

ψαρεύω μαργαριτάρια, συλλέγω μαργαριτάρια

to collect pearls from mollusks in the sea 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pearl
γ΄ ενικό πρόσωπο
pearls
ενεστώτα μετοχή
pearling
απλός αόριστος
pearled
παθητική μετοχή
pearled
Παραδείγματα
Fishermen went out to pearl the oysters along the coast. 

Οι ψαράδες βγήκαν για να συλλέξουν μαργαριτάρια από τα στρείδια κατά μήκος της ακτής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store