Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pearl
01
μαργαριτάρι, μαργαριτοφόρο οστρακόδερμο
a hard shiny piece of mass that is shaped like a ball inside the shell of an oyster and is a highly valuable gem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pearls
Παραδείγματα
They found an old chest filled with treasures, including a strand of pearls and other precious jewels.
Βρήκαν ένα παλιό σεντούκι γεμάτο θησαυρούς, συμπεριλαμβανομένου ενός σειράς μαργαριτάρια και άλλων πολύτιμων κοσμημάτων.
1.1
μαργαριτάρι, σταγονίδιο μαργαριταριού
a small, spherical shape resembling the form of a pearl
Παραδείγματα
Rain left pearls of water on the leaves.
Η βροχή άφησε μαργαριτάρια νερού στα φύλλα.
pearl
01
μαργαριταρένιος, πετραχιλικός
of a shiny, light-colored shade, like the color of a pearl or something shiny and elegant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pearliest
συγκριτικός βαθμός
pearlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bedroom walls were adorned with a calming and elegant pearl shade.
Οι τοίχοι του υπνοδωματίου ήταν διακοσμημένοι με μια χαλαρωτική και κομψή μαργαριτάρενη απόχρωση.
to pearl
01
ψαρεύω μαργαριτάρια, συλλέγω μαργαριτάρια
to collect pearls from mollusks in the sea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pearl
γ΄ ενικό πρόσωπο
pearls
ενεστώτα μετοχή
pearling
απλός αόριστος
pearled
παθητική μετοχή
pearled
Παραδείγματα
The villagers earned a living by pearling in the bay.
Οι χωρικοί κέρδιζαν τα προς το ζην μαζεύοντας μαργαριτάρια στον κόλπο.
Λεξικό Δέντρο
pearly
pearl



























