Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Patter
01
ο κρότος, ο ήχος των σταγόνων
a series of rapid, light sounds occurring in quick succession
Παραδείγματα
The patter of applause grew louder as the performance ended.
Ο κρότος των χειροκροτημάτων έγινε δυνατότερος καθώς τελείωσε η παράσταση.
02
κολακευτική ομιλία, πειστικός λόγος
plausible glib talk (especially useful to a salesperson)
to patter
01
τσουγκρίζω, χτυπώ ελαφρά
to make a light repeated sound, especially by tapping on something
Παραδείγματα
The drummer's sticks created a rhythmic patter against the drumhead.
Τα μπαστούνια του ντράμερ δημιούργησαν έναν ρυθμικό κτύπο στο ταμπούρο.
Λεξικό Δέντρο
patter
pat



























