passive
pa
ˈpæ
ssive
sɪv
siv
massivesupermassive

Ορισμός και σημασία του "passive"στα αγγλικά

01

παθητικός

(grammar) describing a verb whose subject is affected by the action of the verb 
passive definition and meaning
Παραδείγματα
In the passive voice, the object of an action becomes the subject of the sentence. 

Στην παθητική φωνή, το αντικείμενο μιας δράσης γίνεται το υποκείμενο της πρότασης.

02

παθητικός, υποτακτικός

accepting what happens or not opposing what other people do or say 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most passive
συγκριτικός βαθμός
more passive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was being passive during the meeting, allowing others to make all the important decisions. 

Ήταν παθητική κατά τη διάρκεια της συνάντησης, επιτρέποντας σε άλλους να λαμβάνουν όλες τις σημαντικές αποφάσεις.

03

παθητικός, μη ενεργός

(of a circuit or device) not generating energy and lacking an internal source of electromotive force 
Παραδείγματα
A resistor is a passive component. 

Μια αντίσταση είναι ένα παθητικό στοιχείο.

01

παθητική φωνή, παθητικό

the grammatical voice in which the subject receives the action rather than performing it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
passives
Παραδείγματα
"The cake was baked by Mary" is an example of the passive. 

"Το κέικ ψήθηκε από τη Mary" είναι ένα παράδειγμα της παθητικής φωνής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store