Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
passive
01
παθητικός
(grammar) describing a verb whose subject is affected by the action of the verb
Παραδείγματα
In the passive voice, the object of an action becomes the subject of the sentence.
Στην παθητική φωνή, το αντικείμενο μιας δράσης γίνεται το υποκείμενο της πρότασης.
02
παθητικός, υποτακτικός
accepting what happens or not opposing what other people do or say
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most passive
συγκριτικός βαθμός
more passive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was being passive during the meeting, allowing others to make all the important decisions.
Ήταν παθητική κατά τη διάρκεια της συνάντησης, επιτρέποντας σε άλλους να λαμβάνουν όλες τις σημαντικές αποφάσεις.
03
παθητικός, μη ενεργός
(of a circuit or device) not generating energy and lacking an internal source of electromotive force
Παραδείγματα
A resistor is a passive component.
Μια αντίσταση είναι ένα παθητικό στοιχείο.
Passive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
passives
Παραδείγματα
"The cake was baked by Mary" is an example of the passive.
"Το κέικ ψήθηκε από τη Mary" είναι ένα παράδειγμα της παθητικής φωνής.
Λεξικό Δέντρο
impassive
passively
passiveness
passive



























