Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
passive
01
παθητικός
(grammar) describing a verb whose subject is affected by the action of the verb
Παραδείγματα
She preferred to use passive constructions in her writing to emphasize the action rather than the subject.
Προτιμούσε να χρησιμοποιεί παθητικές κατασκευές στη γραφή της για να τονίζει τη δράση παρά το υποκείμενο.
02
παθητικός, υποτακτικός
accepting what happens or not opposing what other people do or say
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most passive
συγκριτικός βαθμός
more passive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They are passive observers, rarely taking part in discussions or debates.
Είναι παθητικοί παρατηρητές, που σπάνια συμμετέχουν σε συζητήσεις ή διαβουλεύσεις.
03
παθητικός, μη ενεργός
(of a circuit or device) not generating energy and lacking an internal source of electromotive force
Παραδείγματα
Passive filters shape signals without adding energy.
Τα παθητικά φίλτρα διαμορφώνουν σήματα χωρίς να προσθέτουν ενέργεια.
Passive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
passives
Παραδείγματα
The teacher explained the rules for using the passive.
Ο δάσκαλος εξήγησε τους κανόνες χρήσης της παθητικής φωνής.
Λεξικό Δέντρο
impassive
passively
passiveness
passive



























