Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Passport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
passports
Παραδείγματα
Don't forget to bring your passport when you travel abroad.
Μην ξεχάσετε να πάρετε το διαβατήριό σας όταν ταξιδεύετε στο εξωτερικό.
02
διαβατήριο, κλειδί
a thing that helps one achieve something or makes something possible
03
άδεια διέλευσης, άδεια εισόδου
any authorization to pass or go somewhere
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
passport
pass
port



























