Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pass out
[phrase form: pass]
01
λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου
to lose consciousness
Intransitive
Παραδείγματα
Without enough ventilation in the room, several people started to feel like they might pass out.
Χωρίς επαρκή εξαερισμό στο δωμάτιο, αρκετοί άνθρωποι άρχισαν να νιώθουν ότι μπορεί να λιποθυμήσουν.
02
διανέμω, μοιράζω
to distribute something to a group of people
Transitive: to pass out sth
Παραδείγματα
She passed the brochures out to the audience.
Μοίρασε τα φυλλάδια στο κοινό.
03
αποκοιμιέμαι από την κούραση, παθαίνω λιποθυμία από την εξάντληση
to suddenly fall asleep from tiredness or exhaustion
Παραδείγματα
They passed out after hiking all afternoon.
Έχασαν τις αισθήσεις τους μετά από πεζοπορία όλο το απόγευμα.



























