Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pass out
01
λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου
to lose consciousness
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
pass
ενεστώτας
pass out
γ΄ ενικό πρόσωπο
passes out
ενεστώτα μετοχή
passing out
απλός αόριστος
passed out
παθητική μετοχή
passed out
Παραδείγματα
It was so hot in the room that she felt like she was going to pass out.
Ήταν τόσο ζεστά στο δωμάτιο που ένιωθε σαν να πρόκειται να λιποθυμήσει.
02
διανέμω, μοιράζω
to distribute something to a group of people
Transitive: to pass out sth
Παραδείγματα
The teacher passed out the assignments to the students.
Ο δάσκαλος μοίρασε τις εργασίες στους μαθητές.
03
αποκοιμιέμαι από την κούραση, παθαίνω λιποθυμία από την εξάντληση
to suddenly fall asleep from tiredness or exhaustion
αργκό
Παραδείγματα
I was so exhausted I passed out on the couch.
Ήμουν τόσο εξαντλημένος που λιποθύμησα στον καναπέ.



























