Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
participatory
01
συμμετοχικός, συμμετέχων
characterized by the active involvement and engagement of people in decision-making or activities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most participatory
συγκριτικός βαθμός
more participatory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The community meeting was highly participatory, with everyone contributing their ideas and opinions.
Η συνεδρίαση της κοινότητας ήταν πολύ συμμετοχική, με όλους να συνεισφέρουν τις ιδέες και τις απόψεις τους.
Λεξικό Δέντρο
participatory
participate
particip



























