Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to partake
01
συμμετέχω, μοιράζομαι
to participate in consuming food
Transitive: to partake in food
Παραδείγματα
The family gathered around the table to partake in a delicious home-cooked meal.
Η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω από το τραπέζι για να συμμετάσχει σε ένα νόστιμο σπιτικό γεύμα.
02
συμμετέχω, λαμβάνω μέρος
to participate in an event or activity
Transitive: to partake in an activity or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
partake
γ΄ ενικό πρόσωπο
partakes
ενεστώτα μετοχή
partaking
απλός αόριστος
partook
παθητική μετοχή
partaken
Παραδείγματα
We gathered around the table to partake in a delicious Thanksgiving feast.
Συγκεντρωθήκαμε γύρω από το τραπέζι για να συμμετάσχουμε σε ένα νόστιμο γεύμα των Ευχαριστιών.
03
συμμετέχω, μοιράζομαι
to share or have a particular quality or characteristic
Transitive: to partake of a quality
Παραδείγματα
His personality partakes of both kindness and determination.
Η προσωπικότητά του μετέχει τόσο της καλοσύνης όσο και της αποφασιστικότητας.
Λεξικό Δέντρο
partaker
partake



























