Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to part with
[phrase form: part]
01
χωρίζομαι από, αποχωρώ από
to give away, sell, or let go of something reluctantly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
part
ενεστώτας
part with
γ΄ ενικό πρόσωπο
parts with
ενεστώτα μετοχή
parting with
απλός αόριστος
parted with
παθητική μετοχή
parted with
Παραδείγματα
Would you ever part with your rare stamp collection?
Θα μπορούσατε ποτέ να ξεχωρίσετε από τη σπάνια συλλογή γραμματοσήμων σας;



























