Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paroxysm
01
παροξυσμός, κρίση
a sudden and uncontrollable outburst or convulsion, often of emotion or action
Παραδείγματα
The sudden news sent him into a paroxysm of panic, his heart racing and thoughts spinning out of control.
Η ξαφνική είδηση τον έριξε σε ένα παρoξυσμό πανικού, η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα και οι σκέψεις του γύριζαν ανεξέλεγκτα.
Λεξικό Δέντρο
paroxysmal
paroxysm



























