paroxysm
pa
ˈpæ
rox
rək
rēk
y
si
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "paroxysm"στα αγγλικά

01

παροξυσμός, κρίση

a sudden and uncontrollable outburst or convulsion, often of emotion or action 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paroxysms
Παραδείγματα
He was overcome by a paroxysm of laughter, unable to control his amusement at the comedian's jokes. 

Κυριεύτηκε από ένα παρoξυσμό γέλιου, αδυνατώντας να ελέγξει τη διασκέδασή του από τα αστεία του κωμικού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

paroxysmal
paroxysm
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store