Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
parents
αρσενικό ενικό
father
θηλυκό ενικό
mother
neutral form
parent
Παραδείγματα
As a single parent, she worked tirelessly to provide for her family and ensure their well-being.
Ως μονογονεϊκός γονέας, εργάστηκε ακούραστα για να προσφέρει στην οικογένειά της και να εξασφαλίσει την ευημερία της.
02
γονέας, πρόγονος
the father or mother of an animal
to parent
01
ανατρέφω, εκπαιδεύω
to guide and take care of one's children to help them grow
Intransitive
Transitive: to parent a child
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parent
γ΄ ενικό πρόσωπο
parents
ενεστώτα μετοχή
parenting
απλός αόριστος
parented
παθητική μετοχή
parented
Παραδείγματα
Both parents actively parent their children, sharing responsibilities and decisions.
Και οι δύο γονείς ανατρέφουν ενεργά τα παιδιά τους, μοιράζοντας τις ευθύνες και τις αποφάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
parentage
parental
parenthood
parent



























