parent
pa
ˈpeə
pe
rent
rənt
rēnt
patent

Ορισμός και σημασία του "parent"στα αγγλικά

01

γονέας, μητέρα ή πατέρας

our mother or our father 
parent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
parents
αρσενικό ενικό
father
θηλυκό ενικό
mother
neutral form
parent
Παραδείγματα
As a single parent, she worked tirelessly to provide for her family and ensure their well-being. 

Ως μονογονεϊκός γονέας, εργάστηκε ακούραστα για να προσφέρει στην οικογένειά της και να εξασφαλίσει την ευημερία της.

02

γονέας, πρόγονος

the father or mother of an animal 
to parent
01

ανατρέφω, εκπαιδεύω

to guide and take care of one's children to help them grow 
Intransitive
Transitive: to parent a child
to parent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parent
γ΄ ενικό πρόσωπο
parents
ενεστώτα μετοχή
parenting
απλός αόριστος
parented
παθητική μετοχή
parented
Παραδείγματα
Both parents actively parent their children, sharing responsibilities and decisions. 

Και οι δύο γονείς ανατρέφουν ενεργά τα παιδιά τους, μοιράζοντας τις ευθύνες και τις αποφάσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

parentage
parental
parenthood
parent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store