Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to parcel out
01
διανέμω, μοιράζω
to distribute or divide something into smaller parts or portions for sharing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
parcel
ενεστώτας
parcel out
γ΄ ενικό πρόσωπο
parcels out
ενεστώτα μετοχή
parcelling out
απλός αόριστος
parcelled out
παθητική μετοχή
parcelled out
Παραδείγματα
The teacher parcelled out the art supplies among the students for their projects.
Ο δάσκαλος μοίρασε τα καλλιτεχνικά υλικά μεταξύ των μαθητών για τα έργα τους.



























