Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parcel
01
δέμα, πακέτο
an item or items that are wrapped or boxed for transport or delivery
Dialect
British
Παραδείγματα
The parcel arrived at her doorstep sooner than expected.
Το δέμα έφτασε στο σπίτι της νωρίτερα από το αναμενόμενο.
02
μερίδιο, κομμάτι
a portion or piece of something that has been divided or given out, especially from a larger amount
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parcels
Παραδείγματα
Each student received a parcel of land for the science project.
Κάθε μαθητής έλαβε ένα οικόπεδο γης για το επιστημονικό έργο.
03
δέμα, πακέτο
a collection of things wrapped or boxed together
04
οικόπεδο, γη
an extended area of land
to parcel
01
διαιρώ, κατανέμω
to split up something into portions or sections for distribution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parcel
γ΄ ενικό πρόσωπο
parcels
ενεστώτα μετοχή
parcelling
απλός αόριστος
parcelled
παθητική μετοχή
parcelled
Παραδείγματα
They decided to parcel the land among the three siblings equally.
Αποφάσισαν να μοιράσουν τη γη ανάμεσα στα τρία αδέλφια εξίσου.
02
συσκευάζω, τυλίγω
make into a wrapped container
03
καλύπτω με λωρίδες καμβά, τυλίγω με λωρίδες καμβά
cover with strips of canvas



























