paradoxical
pa
ˌpæ
ra
dox
ˈdɒk
dok
i
si
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "paradoxical"στα αγγλικά

paradoxical
01

παραδοξολογικός

appearing contradictory or conflicting but potentially true 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most paradoxical
συγκριτικός βαθμός
more paradoxical
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
logic, philosophy, cognition
Παραδείγματα
The concept of time is paradoxical; it's both infinite and finite depending on how it's perceived. 

Η έννοια του χρόνου είναι παραδοξολογική· είναι ταυτόχρονα άπειρη και πεπερασμένη ανάλογα με το πώς γίνεται αντιληπτή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

paradoxically
paradoxical
paradox
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store