awe
awe
ɔ:
aw
pawlawahaska

Ορισμός και σημασία του "awe"στα αγγλικά

01

δέος, θαυμασμός

a feeling of reverence, respect, and wonder inspired by something grand, powerful, or extraordinary 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The talented musician's performance left the audience in awe of his skill and artistry. 

Η παράσταση του ταλαντούχου μουσικού άφησε το κοινό σε δέος με την ικανότητα και την τέχνη του.

02

ευλάβεια, θαυμασμός αναμεμειγμένος με φόβο

the power or capacity to evoke feelings of reverence, admiration, or fear 
παρωχημένο
Παραδείγματα
The mountain retained its awe even after many visits. 

Το βουνό διατήρησε τον δέος του ακόμα και μετά από πολλές επισκέψεις.

to awe
01

εμπνέω δέος, εξιτάρω

to inspire a feeling of admiration, reverence, or fear in someone, often due to the perceived greatness, beauty, or power of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
awe
γ΄ ενικό πρόσωπο
awes
ενεστώτα μετοχή
awing
απλός αόριστος
awed
παθητική μετοχή
awed
Παραδείγματα
The majestic mountain peaks awe visitors with their sheer size and beauty. 

Οι μεγαλοπρεπείς κορυφές των βουνών εμπνέουν δέος στους επισκέπτες με το μεγαλείο και την ομορφιά τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store