award-winning
Pronunciation
/ɐwˈɔːɹdwˈɪnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "award-winning"στα αγγλικά

award-winning
01

βραβευμένος, διακεκριμένος

(of a person, movie, etc.) having been granted a prize because of having outstanding skill or quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most award-winning
συγκριτικός βαθμός
more award-winning
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The award-winning film captivated audiences worldwide.
Η βραβευμένη ταινία γοήτευσε το κοινό παγκοσμίως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store