award-winning
a
ə
ē
ward
wɔ:d
vawd
wi
vi
nning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "award-winning"στα αγγλικά

award-winning
01

βραβευμένος, διακεκριμένος

(of a person, movie, etc.) having been granted a prize because of having outstanding skill or quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most award-winning
συγκριτικός βαθμός
more award-winning
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
achievement, recognition, quality
Παραδείγματα
She is an award-winning author known for her inspiring novels. 

Είναι μια βραβευμένη συγγραφέας γνωστή για τα εμπνευσμένα μυθιστορήματά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store