awake
a
ə
ē
wake
ˈweɪk
veik
aware

Ορισμός και σημασία του "awake"στα αγγλικά

01

ξύπνιος, συνεπής

not in a state of sleep or unconsciousness 
awake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most awake
συγκριτικός βαθμός
more awake
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was fully awake and alert during the early morning meeting. 

Ήταν εντελώς ξύπνιος και σε εγρήγορση κατά τη διάρκεια της πρωινής συνάντησης.

02

ξύπνιος, συνετός

alert, conscious, and mentally and physically stimulated 
awake definition and meaning
Παραδείγματα
After a quick run in the park, I felt more awake and energized, ready to tackle the rest of my day. 

Μετά από ένα γρήγορο τρέξιμο στο πάρκο, αισθάνθηκα πιο ξύπνιος και ενεργητικός, έτοιμος να αντιμετωπίσω την υπόλοιπη μέρα μου.

03

ξύπνιος, συνειδητοποιημένος

aware of or conscious of a particular issue, situation, or idea 
Παραδείγματα
After attending the seminar on mental health, I became awake to the stigma surrounding mental illness and decided to become an advocate for greater awareness and understanding. 

Μετά την παρακολούθηση του σεμιναρίου για την ψυχική υγεία, ξύπνησα στο στίγμα που περιβάλλει την ψυχική ασθένεια και αποφάσισα να γίνω υποστηρικτής της μεγαλύτερης ευαισθητοποίησης και κατανόησης.

to awake
01

ξυπνάω, ξυπνώ

stop sleeping 
to awake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
awake
γ΄ ενικό πρόσωπο
awakes
ενεστώτα μετοχή
awaking
απλός αόριστος
awoke
παθητική μετοχή
awoken
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store