Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to avow
01
δηλώνω, επιβεβαιώνω
to publicly state that something is the case
Transitive: to avow sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
avow
γ΄ ενικό πρόσωπο
avows
ενεστώτα μετοχή
avowing
απλός αόριστος
avowed
παθητική μετοχή
avowed
Παραδείγματα
The scientist avowed the groundbreaking nature of their research findings during the conference.
Ο επιστήμονας ομολόγησε τη πρωτοποριακή φύση των ερευνητικών του αποτελεσμάτων κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
02
ομολογώ, δηλώνω ανοιχτά
to openly and confidently admit or declare something
Transitive: to avow sth
Παραδείγματα
She avowed her mistakes and apologized sincerely.
Ανέλαβε τα λάθη της και ζήτησε συγγνώμη ειλικρινά.



























