Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to avouch
01
βεβαιώνω, επιβεβαιώνω
to strongly and publicly state something as true
Transitive: to avouch sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
avouch
γ΄ ενικό πρόσωπο
avouches
ενεστώτα μετοχή
avouching
απλός αόριστος
avouched
παθητική μετοχή
avouched
Παραδείγματα
The witness avouched the authenticity of the document presented in court.
Ο μάρτυρας βεβαίωσε την αυθεντικότητα του εγγράφου που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο.



























