to avouch
Pronunciation
/ɐvˈaʊtʃ/

Ορισμός και σημασία του "avouch"στα αγγλικά

to avouch
01

βεβαιώνω, επιβεβαιώνω

to strongly and publicly state something as true
Transitive: to avouch sth
to avouch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
avouch
γ΄ ενικό πρόσωπο
avouches
ενεστώτα μετοχή
avouching
απλός αόριστος
avouched
παθητική μετοχή
avouched
Παραδείγματα
The professor avouched the importance of critical thinking skills in academic success during the lecture.
Ο καθηγητής επιβεβαίωσε τη σημασία των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης στην ακαδημαϊκή επιτυχία κατά τη διάρκεια της διάλεξης.

Λεξικό Δέντρο

avouchment
avouch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store