to avouch
a
ə
ē
vouch
ˈvaʊʧ
vawch
grouchslouchcrouchpouch

Ορισμός και σημασία του "avouch"στα αγγλικά

to avouch
01

βεβαιώνω, επιβεβαιώνω

to strongly and publicly state something as true 
Transitive: to avouch sth
to avouch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
avouch
γ΄ ενικό πρόσωπο
avouches
ενεστώτα μετοχή
avouching
απλός αόριστος
avouched
παθητική μετοχή
avouched
Παραδείγματα
The witness avouched the authenticity of the document presented in court. 

Ο μάρτυρας βεβαίωσε την αυθεντικότητα του εγγράφου που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο.

Λεξικό Δέντρο

avouchment
avouch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store