Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to avouch
01
βεβαιώνω, επιβεβαιώνω
to strongly and publicly state something as true
Transitive: to avouch sth
Παραδείγματα
The professor avouched the importance of critical thinking skills in academic success during the lecture.
Ο καθηγητής επιβεβαίωσε τη σημασία των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης στην ακαδημαϊκή επιτυχία κατά τη διάρκεια της διάλεξης.



























